iperidrosia  Η εφίδρωση είναι ο κύριος τρόπος που έχει ο οργανισμός για να ρυθμίζει τη θερμοκρασία του. Είναι ο μηχανισμός ψύξης του σώματος!  Όταν το σώμα εκτεθεί σε υψηλές θερμοκρασίες, σε έντονη άσκηση ή σε καταστάσεις στρες, ενεργοποιείται το θερμοστατικό κέντρο του σώματός μας ( στον υποθάλαμο) και αντιδραστικά μέσω του συμπαθητικού νευρικού συστήματος απελευθερώνεται ιδρώτας από τους ιδρωτοποιούς αδένες, που βρίσκονται στον υποδόριο ιστό. Μόλις λοιπόν ο ιδρώτας αρχίσει να εξατμίζεται, δημιουργείται ένα αίσθημα δροσιάς στο σώμα! Έτσι η θερμοκρασία που ανέβασε το σώμα αποβάλλεται με αυτόν τον τρόπο. Επιπλέον, η παραγωγή ιδρώτα συμβάλλει  μεταξύ άλλων και στην καταπολέμηση της ανάπτυξης κάποιων μικροβίων στην επιφάνεια του δέρματός μας καθώς και στην ηλεκτρολυτική ισορροπία.

Όσο για τα συστατικά του, αποτελείται κατά 99% από νερό και το υπόλοιπο 1% είναι -μεταξύ άλλων- ηλεκτρολύτες (όπως κάλιο, νάτριο, ασβέστιο, μαγνήσιο), γαλακτικό οξύ και ουρία.

Πόσο ιδρώνει ένας μέσος άνθρωπος;

Υπό κανονικές συνθήκες χάνουμε περίπου μισό με ένα λίτρο ιδρώτα την ημέρα. Βέβαια, η ποσότητα και η συχνότητα της εφίδρωσης εξαρτώνται από πολλούς εξωγενείς παράγοντες, όπως το κλίμα και ενδογενείς  παράγοντες, όπως η κληρονομικότητα και η υφή του δέρματος. Σε γενικές γραμμές, άνθρωποι με ξηρό δέρμα έχουν λιγότερο ενεργούς ιδρωτοποιούς αδένες, ενώ οι άνθρωποι με λιπαρό έχουν μεγαλύτερους πόρους και ιδρώνουν ευκολότερα.

Τι είναι η υπεριδρωσία;

Ο ιδρώτας φυσιολογικά ρυθμίζει τη θερμοκρασία του σώματός μας για αυτό και αποβάλλεται περισσότερο σε θερμό περιβάλλον. Η υπεριδρωσία είναι η υπερβολική εφίδρωση, δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία ιδρώνουμε περισσότερο από τις φυσιολογικές ανάγκες του οργανισμού για θερμορύθμιση.

Όταν ιδρώνεις χωρίς να υπάρχει κανένας προφανής λόγος…

Αρχικά δεν πρέπει να ανησυχείτε. Το φαινόμενο του παραπανίσιου ιδρώτα κατά κανόνα δεν είναι κάτι ανησυχητικό για την υγεία και συνήθως, δεν οφείλεται σε κάποιο παθολογικό αίτιο. Απλά κάποιοι οργανισμοί συμβαίνει να παρουσιάζουν αυτό το ως επί το πλείστον ιδιοπαθές, όπως χαρακτηρίζεται, σύμπτωμα.

Η υπερβολική εφίδρωση μπορεί να συμβαίνει σε όλο το σώμα ή σε μία περιοχή. Όταν προσβάλλει όλο το σώμα, καλείται γενικευμένη υπεριδρωσία ενώ όταν επηρεάζει μία συγκεκριμένη περιοχή του σώματος ονομάζεται εστιακή υπεριδρωσία. Οι περιοχές που προσβάλλονται συχνότερα στην εστιακή υπεριδρωσία είναι οι μασχάλες, οι παλάμες, τα πέλματα και το τριχωτό της κεφαλής.

Η υπεριδρωσία διακρίνεται επίσης σε πρωτοπαθή (η οποία επηρεάζει συνήθως μία συγκεκριμένη περιοχή του σώματος και οφείλεται σε μία δυσλειτουργία του συμπαθητικού νευρικού συστήματος) και δευτεροπαθή ( η οποία εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας άλλης ιατρικής κατάστασης, όπως σακχαρώδης διαβήτης, ασθένειες του θυρεοειδή, εμμηνόπαυση, καρδιαγγειακά προβλήματα, νεοπλάσματα, λοιμώξεις, φάρμακα κλπ.).

Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία επηρεάζει το 2 έως 3% του πληθυσμού, αλλά λιγότερο από το 40% από αυτούς ζητούν ιατρική συμβουλή. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων πρωτογενούς υπεριδρωσίας,  δε βρίσκεται κάποια οργανική αιτία.

Γιατί παθαίνουμε υπεριδρωσία;

Γιατί υπάρχει κάποια δυσλειτουργία στο συμπαθητικό νευρικό μας σύστημα, το οποίο  όπως προαναφέρθηκε είναι υπεύθυνο για την ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος.

Έτσι παρατηρείται είτε υπερβολική παραγωγή ενός συγκεκριμένου νευροδιαβιβαστή (ακετυλοχολίνη) από το συμπαθητικό νευρικό σύστημα, είτε υπερβολική αντίδραση των ιδρωτοποιών αδένων ακόμα και σε κανονικά επίπεδα παραγωγής  αυτού του νευροδιαβιβαστή. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι η υπερβολική εφίδρωση.

Η εφίδρωση ελέγχεται από το αυτόνομο νευρικό σύστημα, τμήμα του νευρικού συστήματος. Επειδή η εφίδρωση είναι ο φυσικός τρόπος του σώματος για τη ρύθμιση της θερμοκρασίας, οι άνθρωποι ιδρώνουν περισσότερο όταν έχει ζέστη, αλλά και κατά την άσκηση, ή ως αντίδραση σε καταστάσεις στρες. Επίσης, η κατανάλωση καφέ, νικοτίνης καθώς και φαγητών πλούσιων σε μπαχαρικά μπορεί να επιδεινώσει το φαινόμενο της υπεριδρωσίας.

Πόσο συχνή είναι η υπεριδρωσία;

Η υπεριδρωσία είναι μία παθολογική κατάσταση για την οποία υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι είναι σπάνια. Πρόσφατες όμως έρευνες έδειξαν ότι μέχρι 3% του πληθυσμού παρουσιάζει πρωτογενή υπεριδρωσία. Το μεγαλύτερο ποσοστό  την εμφανίζει  στις μασχάλες και ένα σημαντικό ποσοστό υποφέρει από υπερβολική παραγωγή ιδρώτα που επηρεάζει αρνητικά τις καθημερινές του δραστηριότητες σε κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο και τους προκαλεί άγχος και αμηχανία. Επίσης, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο της κληρονομικότητας, αφού το 35 – 65% περίπου των ασθενών έχουν κάποιον στην οικογένειά τους που έχει το ίδιο πρόβλημα.

Διάγνωση και θεραπεία υπεριδρωσίας

Οι ασθενείς που ιδρώνουν υπερβολικά τη νύχτα είναι αυτοί που πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα και να προσφύγουν στο γιατρό τους για να υποβληθούν σε κάποιες εξετάσεις. Αλλά ανεξάρτητα από αυτό, αν η υπεριδρωσία επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής ενός ατόμου, υπάρχει η δυνατότητα διάγνωσης και αντιμετώπισής της από εξειδικευμένο ιατρό.

Η διάγνωση της υπεριδρωσίας  βασίζεται στη λεπτομερή λήψη του ιστορικού του ασθενούς και της πάθησης του. Η κλινική εξέταση, όπως επίσης και οι συμπληρωματικές εργαστηριακές εξετάσεις, βοηθούν στη διάγνωση και την εξακρίβωση του είδους και της πιθανής αιτίας της νόσου. Σε περίπτωση που κρίνεται απαραίτητα, υπάρχει η δυνατότητα ποιοτικής και ποσοτικής εκτίμησης του βαθμού της υπεριδρωσίας. Για την ποιοτική διάγνωση της υπερβολικής εφίδρωσης χρησιμοποιείται κυρίως το τεστ αμύλου – ιωδίου, κατά το οποίο η περιοχή του δέρματος που αξιολογείται επαλείφεται με διάλυμα ιωδίου 5% και κατόπιν εφαρμόζεται πούδρα αμύλου. Μετά από μερικά λεπτά οι περιοχές με υπεριδρωσία εμφανίζουν ένα σκούρο ιώδες έως μαύρο χρώμα και αξιολογούνται οπτικά ανάλογα με την έκτασή τους. Η ποσοτική αξιολόγηση της υπεριδρωσίας γίνεται με την τοποθέτηση ειδικού απορροφητικού χαρτιού στην υπό εξέταση περιοχή και κατόπιν τη ζύγιση της ποσότητας ιδρώτα που απορροφήθηκε από το ειδικό χαρτί( mg ιδρώτα ανά περιοχή μετά από 5 λεπτά).

Η διάγνωση και θεραπεία χρειάζονται σήμερα μια πολυθεματική προσέγγιση από τον προσωπικό γιατρό του ασθενούς, το δερματολόγο και ενδεχομένως  το νευρολόγο και το χειρουργό.

Η προσέγγιση θα εξαρτηθεί από τις περιοχές του σώματος που επηρεάζονται από την υπεριδρωσία, από το βαθμό σοβαρότητας της νόσου και την ανταπόκριση στις θεραπείες που υπάρχουν. Ενδεικτικά, για την αντιμετώπιση ήπιας μορφής υπεριδρωσίας γίνεται χρήση ειδικών αποσμητικών προϊόντων με αντιιδρωτικές ουσίες. Επίσης, σε περίπτωση εστιακής υπεριδρωσίας των παλαμών ή και πελμάτων υπάρχει η δυνατότητα της ιοντοφόρησης. Σε περιπτώσεις γενικευμένης υπερβολικής εφίδρωσης μπορεί να χορηγηθεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις μία φαρμακευτική αγωγή από το στόμα. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις με έντονη και ανθεκτική στη θεραπεία υπεριδρωσία ( γενικευμένη ή εστιακή στις μασχάλες και παλάμες), μπορεί να πραγματοποιηθεί μία νευροχειρουργική επέμβαση, η θωρακική συμπαθεκτομή. Εξαιτίας όμως του επεμβατικού της χαρακτήρα και των πιθανών παρενεργειών, αποτελεί την έσχατη λύση σε περιπτώσεις παλαμιαίας και μασχαλιαίας υπεριδρωσίας.

Η θεραπεία υπεριδρωσίας με botox έχει πλέον προστεθεί στο οπλοστάσιο του δερματολόγου. Η θεραπεία της υπεριδρωσίας με botox (αλλαντική τοξίνη τύπου Α) αποτελεί τη θεραπεία εκλογής για την υπεριδρωσία μασχαλών και μπορεί επίσης να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις με παλαμιαία υπεριδρωσία, καθώς και υπεριδρωσία της κεφαλής. Το botox αναστέλλει την ενεργοποίηση των ιδρωτοποιών αδένων και μειώνει την εφίδρωση. Η δράση του φαρμάκου ξεκινά περίπου 2 με 5 ημέρες μετά την εφαρμογή του ενδοδερμικά στις περιοχές με υπεριδρωσία και διαρκεί 4 με 6 μήνες, με εντυπωσιακά αποτελέσματα.